αντιστοιχίζομαι


αντιστοιχίζομαι
αντιστοιχίζομαι, αντιστοιχίστηκα, (σπάν.) αντιστοιχισμένος βλ. πίν. 34

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.